Ήταν για μένα η καλύτερη στιγμή του Resistance Festival 2009. Το βράδυ της δεύτερης μέρας παίχτηκε αυτό το συγκινητικό ιστορικό ντοκιμαντέρ που δείχνει πόσο δυνατό είναι το όραμα του Ρήγα για τους αδελφούς βαλκανικούς λαούς μέσα από την ιστορία ενός τούρκου κομμουνιστή, αγωνιστή του ΔΣΕ.Ο Μιχρί Μπελί, ο Καπετάν Κεμάλ των ελληνικών βουνών, δεν προσφέρει στο ντοκιμαντέρ του Φώτου Λαμπρινού μόνο τον τίτλο. Μεταδίδει παλμό, συγκίνηση, το σφρίγος μιας ζωής που ήρθε πολλές φορές αντιμέτωπη με τον θάνατο, με εμπειρίες που την καθόρισαν και την πλούτισαν. Ο σκηνοθέτης, από την πλευρά του, διαχειρίζεται με σεβασμό αλλά καθόλου σοβαροφάνεια το υλικό του, δανείζεται τον καταμερισμό κεφαλαίων του βωβού κινηματογράφου για να παρουσιάσει τα γεγονότα που σφράγισαν την Ελλάδα από τις αρχές του 1900 ώς το 1947. Παράλληλα φέρνει τον ήρωά του, επισκέπτη στην Ελλάδα του σήμερα, στα χωριά της Ροδόπης, των Πομάκων, όπου συναντάει παλιούς συντρόφους του. Κάτω από ένα δέντρο, ο Μιχρί Μπελί θα τραγουδήσει («δίχως τραγούδι δεν γίνεται πόλεμος!»), θα ταξιδέψει στον χρόνο και θα επιστρέψει στον τόπο του για να μας γνωρίσει τη Σεβίμ με την οποία είναι μαζί πάνω από 50 χρόνια.
Αρχειακό υλικό και σύγχρονη πραγματικότητα, μνήμες και αναμνήσεις, αφηγήσεις από τον ίδιο τον Μπελί (και με τη φωνή του Μάνου Ζαχαρία) συνθέτουν ένα ντοκιμαντέρ το οποίο χωρίς να προδίδει τα γεγονότα, δεν αφαιρεί τους χυμούς, τα συναισθήματα, το χιούμορ, τις αλήθειες και τα τραύματα των ανθρώπων που τα έζησαν από κοντά.
Ο Μπελί, που το 1949 «όταν εγκατέλειψε τα βουνά της Ελλάδας ήρθε στην Τουρκία, επανεντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα κι άρχισε πάλι τη δουλειά ως Τούρκος μαρξιστής κι επαναστάτης», ξεκίνησε την πολιτική καριέρα του ως ένθερμος εθνικιστής και φανατικός εχθρός των Ελλήνων. Εως τη στιγμή που «σε κάποιες πρωτοχρονιάτικες διακοπές μία ομάδα μαθητών πήγαμε στην Αθήνα. Ηταν η περίοδος, μετά το 1930 (σ.σ. είχε υπογραφεί το σύμφωνο φιλίας μεταξύ Βενιζέλου και Κεμάλ στην Αγκυρα), που γίνονταν προσπάθειες για τη δημιουργία κλίματος ελληνοτουρκικής φιλίας… Περιδιαβαίναμε στην Αθήνα μια ολόκληρη εβδομάδα, κοιτάζοντας στα μάτια τους ανθρώπους που συναντούσαμε διαβλέπαμε αισθήματα φιλίας και αγάπης. Οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία κάθε που έλεγαν “Τουρκία”, δάκρυζαν. Τα αγνά αισθήματα ανάμεσα σε λαούς που έζησαν μαζί αιώνες υπερισχύουν ό,τι και να γίνει. Είχα καταλάβει ότι για να ζήσει η Τουρκία δεν έπρεπε να εξαφανιστεί η Ελλάδα».
Ο Μπελί σπούδασε στην Αμερική, στα πανεπιστήμια της Αϊόβα και του Σικάγο, οικονομικά, και εκεί γνώρισε έναν Τούρκο που ήταν στρατευμένο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Κάπως έτσι βρέθηκε στα ελληνικά βουνά για δυόμισι χρόνια με βασικά καθήκοντα στρατιωτικά, σύμβουλος στην Τοπική Αντιπροσωπεία Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης, συνεκδότης της τουρκόφωνης εφημερίδας «Savas» που σημαίνει «δράση» και η οποία έβγαινε για τα μέλη της τουρκικής μειονότητας και τους Πομάκους. Οταν γύρισε στην Τουρκία, διώχθηκε, συνελήφθη, φυλακίστηκε, διασώθηκε από απόπειρα δολοφονίας, έφυγε για να ζήσει στη Στοκχόλμη…
Ενώ αφηγείται, το βιβλίο του Ρήγα είναι διαρκώς, σχεδόν, στα χέρια του. Δεν το εγκαταλείπει. Οπως και την ιδέα που το διατρέχει: τη φιλία ανάμεσα στους Ελληνες και στους Τούρκους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου